Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Το blog δημιουργήθηκε από μια ομάδα ανθρώπων με σκοπό να καλύψει την κοινή ανάγκη για  επικοινωνία των προβληματισμών της.

Μας ενώνει  η κοινή αντίληψη για τις αιτίες των κοινωνικών προβλημάτων και το  κοινό μας όραμα για την κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, μιας κοινωνίας πραγματικής  δημοκρατίας.

Επιθυμία μας είναι να αποτελέσουμε μία ψηφίδα στο μωσαϊκό των προβληματισμών που αναπτύσσονται στην κοινωνία πάνω στη δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων υλοποίησης αυτών των στόχων.

Στο blog θα αναρτώνται  άρθρα των συντελεστών που θα απηχούν τις προσωπικές τους απόψεις, καθώς και άρθρα, ομιλίες και άλλο υλικό από δημόσιες τοποθετήσεις  προσώπων από την Ελλάδα και το εξωτερικό, τα οποία συμβάλλουν κατά την άποψη μας στην ανάπτυξη των παραπάνω προβληματισμών.

Η πολιτικοοικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των τελευταίων τριών δεκαετιών, δημιούργησε ένα περιβάλλον σχετικής “κοινωνικής ειρήνης” και ταξικού συμβιβασμού. Ακόμη και την περίοδο στην οποία ξεκίνησε και στην Ελλάδα δειλά-δειλά η αποδόμηση των εργατικών κατακτήσεων και του κράτους πρόνοιας, το φτηνό χρήμα διατηρούσε την δυνατότητα – ή την ψευδαίσθηση – της βελτίωσης του ατομικού επιπέδου διαβίωσης. Η σχετική – και απόλυτη – φτώχεια μερίδας της εργατικής τάξης παρέμενε “αόρατη”, αποκλεισμένη από την “κοινή θέα” των ΜΜΕ. Η συγκυρία αυτή εκφράστηκε πολιτικά με την συντριπτική κυριαρχία του δικομματισμού όλη αυτήν την περίοδο. Το όραμα για μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση παρέμενε μια υπόθεση που απασχολούσε ένα σχετικά μικρό τμήμα του πληθυσμού.

Το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα “γκρέμισε” όλο αυτό το οικοδόμημα. Μέσα σε δύο μόλις χρόνια οι αλλαγές υπήρξαν κατακλυσμιαίες: τα ποσοστά σχετικής και απόλυτης φτώχειας των εργαζομένων εκσφενδονίστηκαν και συνεχίζουν να ανεβαίνουν, η ανεργία έφτασε σε ύψος ρεκόρ, οι θεσμικές κατακτήσεις των εργαζομένων και το κράτος πρόνοιας διαλύονται, μεγάλα τμήματα της μικρομεσαίας τάξης καταστρέφονται.
Μαζί με όλα τα παραπάνω, διαλύθηκε βέβαια και η “κοινωνική ειρήνη”. H νέα κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα ριζοσπαστικοποιεί ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα της εργατικής τάξης και άλλων στρωμάτων. Μετά από πολλά χρόνια, πολλές χιλιάδες λαού κατέβηκε στο δρόμο για να δηλώσει την αντίθεση του στη νέα πραγματικότητα. Η “δηλωμένη” πλέον πολιτική ενεργοποίηση μεγάλου τμήματος του λαού, προσδιόρισε τη νέα, πολιτική πλέον πραγματικότητα στην Ελλάδα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Υπήρξαν μέρες – ορόσημα, στις οποίες ο τεράστιος όγκος του λαού που διαδήλωνε, έδινε την αίσθηση ότι εκφράζει την πλειοψηφία της κοινωνίας.


Όλη αυτή η νέα δυναμική, έμεινε σε μεγάλο βαθμό ακαθοδήγητη, και πολιτικά αβοήθητη. Το νέο αυτό φαινόμενο, κανένα κόμμα της Αριστεράς δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να καθοδηγήσει (η διάσταση αυτή καταδεικνύει και την αναγκαιότητα της οργανωμένης Αριστεράς να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της νέας πραγματικότητας).
Έτσι, το λαϊκό αυτό κίνημα καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από το αυθόρμητο, ενώ τμήματά του πήραν διαφορετικές κατευθύνσεις, ανάλογα με τις αριστερές ή δεξιές επιρροές που κυριάρχησαν στο καθένα από αυτά. Κοινό στοιχείο σε όλους βέβαια υπήρξε η αναζήτηση μιας “απάντησης” στην κατάρρευση των συνθηκών της ζωής τους. Η επιδίωξη του κομμουνισμού ως την μοναδική πραγματική απάντηση, εκφράστηκε από τη μειοψηφία αυτού του κινήματος. Προφανώς δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Η προοπτική αυτή απουσιάζει πολλά – πολλά χρόνια από την κεντρική πολιτική σκηνή, ενώ έχει ταυτιστεί και με αρνητικές εμπειρίες του παρελθόντος. Παρ’ όλα αυτά ήταν παρούσα, ολοένα και πιο οικεία, ολοένα και πιο απενοχοποιημένη. Διαβάστε τη συνέχεια »

μετάφραση από politikespsifides (οι υπογραμμίσεις δικές μας)
10/5/12 R. Wolff

Οι πρόσφατες ήττες των Ολλανδικών, Ελληνικών και Γαλλικών κυβερνητικών κομμάτων, καταδεικνύουν την αυξανόμενη αντίθεση στις πολιτικές της λιτότητας. Σε όλη την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, η ίδια αντίθεση ολοένα και μεγαλώνει. Η διάσωση μεγάλων χρηματοπιστωτικών και άλλων εταιρειών με δανεικό χρήμα, αποτέλεσε το σχεδόν καθολικό κυβερνητικό σχέδιο σε όλον τον κόσμο για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Το αποτέλεσμα, που ήταν η αύξηση των δημοσίων ελλειμμάτων και χρεών, το ακολούθησε η “πολιτική λιτότητας” για τη μείωση αυτών των ελλειμμάτων και των χρεών. Αφού χτυπήθηκαν από την κρίση, και στη συνέχεια παρακάμφθηκαν ώστε να διασωθούν οι ευνοούμενες μεγάλες επιχειρήσεις, οι λαοί σήμερα αντιμετωπίζουν τη λιτότητα και τις περικοπές στις θέσεις εργασίας και στις υπηρεσίες του Κράτους, ώστε να αντισταθμιστεί το κόστος αυτών των διασώσεων. Καθώς η αντιπολίτευση σε αυτήν την πολιτική μεγαλώνει, το ερώτημα είναι, αυτή θα επιδιώξει την “κεϋνσιανή ανάπτυξη” ή θα προχωρήσει στην υπέρβαση του καπιταλισμού, προς την Οικονομική Δημοκρατία;

Ο κεϋνσιανισμός (η επεκτατική κρατική οικονομική παρέμβαση) δεν ήταν ποτέ η προτιμώμενη πολιτική των καπιταλιστών για την αντιμετώπιση των επαναλαμβανόμενων κρίσεων και υφέσεων του καπιταλισμού. Το βασικό τους σχέδιό (σχέδιο Α) ήταν ο δανεισμός του Δημοσίου για τη διάσωση μεγάλων χρηματοπιστωτικών και άλλων εταιρειών, ακολουθούμενη από “πολιτικές λιτότητας”. H λιτότητα αποπληρώνει το κόστος της διάσωσης, εξοικονομώντας χρήματα από την περικοπή στις θέσεις εργασίας και στις υπηρεσίες του Κράτους. Μόνο όταν αντικαπιταλιστικά κινήματα απειλούν από τα κάτω, όπως στη δεκαετία του 1930, μόνο τότε οι ανήσυχοι καπιταλιστές εγκαταλείπουν το σχέδιο Α και υιοθετούν το σχέδιο Β, το οποίο καθιερώθηκε τελικά ως κεϋνσιανισμός. Μέσω των κρατικών δαπανών, οι κεϋνσιανές πολιτικές διεκδικούν τη μεταφορά πιστώσεων για νέες θέσεις εργασίας και για αύξηση των εισοδημάτων, έχοντας ως στόχο να κρατήσουν τον πολιτικό έλεγχο μακριά από τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις. Η εξάρτηση του κεϋνσιανισμού από την ριζοσπαστική πίεση “από τα κάτω”, εξηγεί την ισχύ της κατά τη δεκαετία του 1930 σε σχέση με την σημερινή της αδυναμία.

Οι καπιταλιστές προτιμούν τη λιτότητα για πολλούς λόγους. Επειδή το καθολικό δικαίωμα ψήφου επιτρέπει τη δια της πολιτικής αναίρεση των συνεπειών του καπιταλισμού, όπως είναι οι ανισότητες στον πλούτο, τα εισοδήματα και την κατανομή της εξουσίας, οι καπιταλιστές ανησυχούν για το πόσο μακριά μπορεί αυτό το καθολικό δικαίωμα ψήφου να οδηγήσει τα πράγματα. Μια πλειοψηφία μπορεί, κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, να απορρίψει τις πολιτικές των διασώσεων και της λιτότητας. Στην Ελλάδα και στη Γαλλία αυτό ακριβώς συνέβη. Εκεί έχουν επομένως τη δυνατότητα να διεκδικήσουν μια πολιτική “κεϋνσιανής ανάπτυξης” μέσω της αύξησης της απασχόλησης στο Δημόσιο και της αναδιανομής του πλούτου και του εισοδήματος. Ή μπορεί να διεκδικήσουν την υπέρβαση του καπιταλισμού εκδημοκρατίζοντας την οικονομία τους, με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας και την μετατροπή των επιχειρήσεων σε αυτοδιευθυνόμενες από τους εργαζόμενους κολεκτίβες. Δεν απορούμε που η κυρίαρχη συντηρητική οικονομική θεωρία (η λεγόμενη “νεοκλασική οικονομική θεωρία”) εξυμνεί τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα το οποίο αυτο-θεραπεύεται χωρίς να απαιτείται κρατική παρέμβαση. Διαβάστε τη συνέχεια »

Τα πολιτικά  κόμματα φιλοδοξούν να εξυπηρετήσουν το συλλογικό κοινωνικό συμφέρον. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, καταθέτουν την πρόταση τους για το μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης το οποίο κατά την άποψή τους μπορεί  καλύτερα να τον εξυπηρετήσει ή τουλάχιστον να “στρέψει” την κοινωνία σε αυτήν την  κατεύθυνση. Συνήθως το μοντέλο που προτείνουν, απορρέει από μια ιδεολογία, μια ιδιαίτερη φιλοσοφική αντίληψη για την κοινωνία και τις διάφορες δομές της,  οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές. Και βέβαια επιχειρούν να προσαρμόσουν την ανάλυση και την αντίληψή τους για τα πράγματα στην πραγματική κοινωνική συγκυρία μέσα στην οποία λειτουργούν, από την οποία επηρεάζονται αλλά και την οποία επιχειρούν να επηρεάσουν και τελικά να αλλάξουν.

Για κάποιον καλόπιστο παρατηρητή, για παράδειγμα έναν νέο ψηφοφόρο ο οποίος δεν έχει επηρεαστεί ακόμη ιδιαίτερα από κάποια ιδεολογία, η προσπάθεια επιλογής του καλύτερου ανάμεσα στα προγράμματα και τις προτάσεις των διαφόρων κομμάτων αποτελεί μια πραγματική σπαζοκεφαλιά. Αυτή η δυσκολία επιλογής δεν αποτελεί μια πλάνη, αντίθετα βασίζεται σε μερικά πολύ ρεαλιστικά δεδομένα. Καταρχήν όλα τα κόμματα έχουν τον ίδιο σκοπό: την επίτευξη του στόχου για την ατομική και κοινωνική ευημερία. Οι αναλύσεις όλων των κομμάτων εντάσσονται και απορρέουν από το ίδιο κοινωνικό περιβάλλον. Η κάθε μία από αυτές ξεκινά την ανάλυσή της από κάποιες ευρέως αποδεκτές θέσεις για την συγκυρία. Στην πορεία όμως, αρχίζουν σιγά-σιγά και εμφανίζονται τα προβλήματα. Η κάθε πολιτική προσέγγιση εστιάζει σε διαφορετικές διαστάσεις της πραγματικότητας, και ενώ η κάθε μία από αυτές φαίνεται σωστή (και πολύ πιθανόν να είναι), καταλήγουν σε συμπεράσματα τα οποία είναι από λίγο έως και διαμετρικά αντίθετα! Και όχι μόνον αυτό, αλλά η κάθε μία από τις πολιτικές θέσεις καταλήγει να κατηγορεί τις υπόλοιπες για πλάνη, ψέμα, υποκρισία, αυταπάτες κ.λπ., παρά την θεωρητικά κοινή ηθική πρόθεση εξυπηρέτησης του “κοινού καλού”.

Ο καλόπιστος ψηφοφόρος μας λοιπόν, κάθιδρος από τη σύγχυση και την αδυναμία να επιλέξει το καλύτερο για το ατομικό αλλά και το συλλογικό συμφέρον, προσπαθεί να επιλέξει κάποια κριτήρια αξιολόγησης τα οποία θα τον βοηθήσουν να καταλήξει, να “δει” τη σωστή άποψη. Και εδώ διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν, “επικαθορίζουν” την κρίση του. Έτσι, μπορεί να προτιμήσει να αξιολογήσει τα κόμματα με βάση τη δράση και τη στάση τους στο παρελθόν και να τα κατατάξει με βάση τη συνέπειά τους. Ή μπορεί να προτιμήσει να αξιολογήσει τις διάφορες προτάσεις από την ιστορική εμπειρία της υλοποίησης τους σε άλλες χώρες. Ή απλά, δύσπιστος ή και απογοητευμένος από όλο τον πολιτικό κόσμο να επιλέξει να επιχειρήσει να “συνδιαλλαγεί” μαζί του για να εξασφαλίσει ατομικά μια καλύτερη ζωή (και στο διάολο οι πολιτικοί με τη διαφθορά, την υποκρισία και τα μπερδεμένα λόγια τους).

Είναι τελικά όμως έτσι; Έχουν όλοι δίκιο; Κατά την άποψή μου το ίδιο το ερώτημα είναι λανθασμένο. Δεν φαίνεται να υπάρχει ένα κοινό δίκιο για όλους. Διαβάστε τη συνέχεια »

Οι St. Resnick & R. Wolff είναι καθηγητές στο τμήμα Οικονομικών του πανεπιστημίου Amherst της Μασαχουσέτης. Το 1987 εξέδωσαν το έργο τους με τίτλο: Knowledge and Class: A Marxian Critique of Political Economy.

Στο βιβλίο αυτό αποκρυσταλλώνονται για πρώτη φορά τα συμπεράσματα από την μελέτη τους του έργου του Μαρξ, και των διάφορων προσπαθειών ερμηνείας του μαρξισμού από τους πολλούς σημαντικούς μαρξιστές θεωρητικούς, από την εποχή του Μαρξ μέχρι τους σύγχρονους.

Υιοθετούν την έννοια του επικαθορισμού, με την εννοιολογική σημασία που της έδωσε ο Αλτουσέρ, ο οποίος “δανείστηκε” τον όρο από την επιστήμη της Ψυχολογίας και τον Φρόυντ.

Η ερμηνευτική τους μέθοδος, η οποία προφανώς αποτελεί και την ευρύτερη αντίληψη τους για την πραγματικότητα, συνδυάζει την Εγελιανή Διαλεκτική με την Αλτουσεριανή έννοια του Επικαθορισμού. Κατά την άποψή τους οποιαδήποτε εμφανιζόμενη πολυπλοκότητα – ένα πρόσωπο, μια κοινωνική σχέση, ένα κοινωνικό φαινόμενο  - εμπεριέχει την αντίφαση, η οποία αποτελεί και την κινητήρια της δύναμη. Απορρίπτουν την κατάφαση ότι ένα φαινόμενο είτε είναι είτε δεν είναι, υποστηρίζοντας αντιθέτως ότι είναι και δεν είναι ταυτόχρονα. Κάθε αντικείμενο μελέτης επιδρά πάνω σε όλα τα άλλα στοιχεία της πραγματικότητας, και με αυτήν την έννοια τα επικαθορίζει, ενώ και το ίδιο δέχεται την επίδραση (επικαθορίζεται) από όλα τα άλλα. Αυτή η διαλεκτική αλληλεπίδραση όλων των στοιχείων της πραγματικότητας δημιουργεί “πιέσεις” και κινήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις, οι οποίες και επικαθορίζουν την πραγματική κίνηση, τις προσωρινές καταστάσεις ισορροπίας, την λιγότερο ή περισσότερο βίαιη ανατροπή τους, σε μια διαδικασία διαρκούς αλλαγής.

Με αυτήν την έννοια απορρίπτουν τον ντετερμινισμό και την ουσιοκρατία (essentialism) και δηλώνουν ότι δεσμεύονται στην αντι-ουσιοκρατία, αντικαθιστώντας την αντίληψη για τη σχέση αιτίας-αποτελέσματος με την έννοια της “επικαθορισμένης δομικότητας”. Σύμφωνα με αυτή, κάθε πολυπλοκότητα επικαθορίζεται από όλα τα χωρικά και χρονικά συστατικά του παρόντος και του παρελθόντος μέσα στα οποία υφίσταται και ενεργεί. Ένα συμπέρασμα που συνάγεται είναι πως προχωρούν ένα βήμα παραπέρα από τον Αλτουσέρ, απορρίπτοντας την “σε τελευταία ανάλυση” καθοριστική δομή.

Αυτή η αντίληψη της πραγματικότητας μπορεί να δημιουργήσει εύλογες απορίες για τη δυνατότητα ερμηνείας μιας τέτοιας πραγματικότητας. Πώς μπορεί να εξηγηθεί οτιδήποτε, τη στιγμή που τα στοιχεία που το επικαθορίζουν είναι άπειρα; Το πρόβλημα αυτό οι Resnick & Wolff το επιλύουν με τρόπο διαλεκτικό.  Παρουσιάζουν μια τελείως διαφορετική αντίληψη στο ζήτημα ερμηνείας, απορρίπτοντας την πίστη σε μια απόλυτη και αναλλοίωτη αλήθεια για τα πράγματα. Αντίθετα πιστεύουν στις διαφορετικές ερμηνείες ενός φαινομένου, οι οποίες καθορίζονται από τα στοιχεία που με υποκειμενικό και αυθαίρετο τρόπο επιλέγει ο θεωρητικός να χρησιμοποιήσει για να οικοδομήσει τη δική του ερμηνεία. Η αρχική όμως αυτή στιγμή, στην οποία ο θεωρητικός επιλέγει τα στοιχεία που θα χρησιμοποιήσει για να ξεκινήσει να δομεί την ερμηνεία του, θεωρώντας τα ως τα πλέον ουσιώδη για το φαινόμενο που μελετά, αποτελεί μια ουσιοκρατική στιγμή. Διαβάστε τη συνέχεια »

Ομιλία του καθηγητή R. Wolff στο ίδρυμα Rosa Luxemburg στο Βερολίνο, στις 5 Νοεμβρίου 2011.

Ο R. Wolff αναπτύσσει την ιδέα του για την αυτοδιεύθυνση των επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους, οι οποίοι καταργούν και αντικαθιστούν τους καπιταλιστές στη θέση του καρπωτή της υπεραξίας που οι ίδιοι παράγουν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τρεις πηγές ή διαστάσεις της ιδέας του όπως αναφέρει, και την χαρακτηρίζει:

Ως το αποφασιστικό (επόμενο) βήμα που δεν έγινε στις χώρες όπου επικράτησε η επανάσταση, με αποτέλεσμα την ακύρωση των όποιων θετικών αλλαγών υπήρξαν.

Ως την καθοριστική αιτία (δια της έλλειψης της), που ανέτρεψε τις κοινωνικές πολιτικές και το κράτος πρόνοιας στις καπιταλιστικές χώρες.

Και τέλος ως  τη λογική συνέπεια που απορρέει στον Μαρξ και από τον Μαρξ, μέσω της ανάλυσης του για την υπεραξία, και που οδηγεί στην κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας, την κατάργηση της εκμετάλλευσης.

Subtitled by politikes psifides

μετάφραση από politikespsifides
by Richard Wolff and Gar Alperovitz. Published on February 20, 2012

Σε συνεργασία με την Truthout, ο καθ. Richard Wolff παρουσιάζει μια εβδομαδιαία ραδιοφωνική εκπομπή στον νεοϋορκέζικο σταθμό WBAI 99.5 με τίτλο «Economic Update». Τον Δεκέμβριο, ο ιστορικός και καθ. πολιτικής οικονομίας  Gar Alperovitz συναντήθηκε με τον Wolff για να συζητήσουν ένα θέμα για το οποίο και οι δύο εργάζονται σκληρά: τις επιχειρήσεις εργατικής αυτοδιεύθυνσης και εργατικής ιδιοκτησίας. Ο Wolff και ο Alperoviz βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης και της διάδοσης  της εργατικής ιδιοκτησίας ως μια λύση στα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Ο Wolff και ο Alperoviz, μαζί με τον φιλόσοφο David Schweickart θα παρουσιαστούν σε ένα πάνελ με τίτλο «Το επόμενο Σύστημα: Εξερευνώντας εναλλακτικές οικονομικές λύσεις πέρα από τον καπιταλισμό», στο the Left Forum in New York City, ένα συνέδριο από τις 16 έως τις 18 Μαρτίου. Μπορείτε να μάθετε περισσότερα για το συνέδριο και να εγγραφείτε επισκεπτόμενοι το the Left’s Forum’s website.

Richard Wolff: Ο σημερινός μου καλεσμένος, ο Gar Alperovitz, είναι ο «Lionel Bauman» της πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο του Maryland. Είναι συνιδρυτής της Συνεργατικής Δημοκρατίας (Democracy Collaborative). Όλα αυτά τα χρόνια έχω διαβάσει πολλά άρθρα και βιβλία. Το βιβλίο που κρατάω αυτή τη στιγμή στα χέρια μου, για το οποίο και έχει γίνει διάσημος στις μέρες μας, έχει τίτλο «Η Αμερική πέρα από τον καπιταλισμό» (“America Beyond Capitalism“) και αυτή τη στιγμή βρίσκεται στην δεύτερη του έκδοση. Ανάμεσα στους ανθρώπους που έχουν χαρακτηρίσει το βιβλίο ως καταπληκτικό, βρίσκουμε τα ονόματα των Noam Chomsky & Howard Zinn. Θα σας διαβάσω τα λόγια των δύο ανδρών. Ο  Noam Chomsky το αποκάλεσε «ένα θαυμάσιο βιβλίο, το προτείνω σε κάθε ευκαιρία», και ο  Howard Zinn «ένα σύνολο από εξαιρετικές πρακτικές ιδέες…»

Gar, χαίρομαι που είσαι εδώ μαζί μας στην εκπομπή και σ’ ευχαριστώ για το χρόνο σου που μας διαθέτεις.

Gar Alperovitz: Σ’ ευχαριστώ, Rick. Το εκτιμώ πραγματικά.

R: Λοιπόν, ας μπούμε κατευθείαν στο θέμα, συζητώντας και για το γενικότερό σου έργο αλλά και για το βιβλίο. Μια βασική πρόταση του βιβλίου είναι η ιδέα μιας μακροχρόνιας ύφεσης εντός ή ακόμα και του ίδιου του Αμερικάνικου καπιταλισμού. Το ανέφερες αυτό στην πρώτη έκδοση του βιβλίου σου, America Beyond Capitalism (ABC) πριν από μερικά χρόνια και το επαναλαμβάνεις φέτος στην δεύτερη έκδοσή του. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο εκδόσεις, ο αμερικάνικος καπιταλισμός υπέστη ένα αρκετά σοβαρό κραχ και αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε εντός μιας οικονομικής κρίσης. Θέλω λοιπόν ξεκινώντας να σε ρωτήσω να μας πεις, εάν εξακολουθείς να πιστεύεις πως υφίσταται η μακροχρόνια ύφεση και εάν η τωρινή κρίση ισχυροποιεί ή όχι αυτή σου την άποψη, ή απλά το πώς η τωρινή κρίση έχει διαμορφώσει την σκέψη σου.

G: Λοιπόν, σε γενικές γραμμές το νόημα – και η πρόταση του βιβλίου, και μπορούμε να το συζητήσουμε αυτό πιο διεξοδικά – είναι ότι όντως μπαίνουμε σε μια περίοδο βαθιάς ύφεσης και πολιτικού αδιεξόδου. Πιστεύω πως μπορούμε να το ισχυριστούμε αυτό, και Rick εσύ το έχεις υποστηρίξει πολλές φορές, στη βάση της πτώσης της ζήτησης η οποία δεν είναι ικανή να στηρίξει μια Κεϋνσιανή λύση του προβλήματος. Εάν δεν έχεις αγοραστική δύναμη δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, αν και πιστεύω πως το πρόβλημα είναι και βαθύτερο και μακροχρόνιο.

Μια σύντομη εκδοχή της πρότασης θα μπορούσε να είναι η εξής: Στο πρώτο τέταρτο του αιώνα, μέχρι το Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε οικονομική φθορά και παρακμή, φτάνοντας στα όρια μιας μεγάλης οικονομικής ύφεσης και κρίσης. Δεν γνωρίζουμε τι θα συνέβαινε, πάντως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος διέσωσε την οικονομία. Στο δεύτερο τέταρτο του αιώνα, την δεκαετία του ’20 βρεθήκαμε σε μια παρόμοια κατάσταση που μας οδήγησε στην Μεγάλη Ύφεση και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που διέσωσαν την οικονομία. Στο τρίτο τέταρτο του αιώνα, η μεταπολεμική ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, αποτέλεσμα του πλούτου που συσσωρεύσαμε κατά τη διάρκεια του πολέμου, των πολέμων στην Κορέα και το Βιετνάμ, των μεγάλων αμυντικών δαπανών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου  αλλά και εξαιτίας της σημαντικής καταστροφής που υπέστησαν από τον πόλεμο η Γερμανία, η Ιαπωνία και πολλοί ακόμα ανταγωνιστές μας, όλα αυτά μας έδωσαν μια σημαντική ώθηση σε αυτό το τρίτο τέταρτο. Όπως όμως μπορούμε να διαπιστώσουμε, σήμερα οι αμυντικές δαπάνες αν και είναι ψηλά σε απόλυτους αριθμούς, έχουν πέσει ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Αυτή πιστεύω είναι η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, προσθέτοντας και τον διεθνή ανταγωνισμό, και πιστεύω πως αυτές οι δυνάμεις θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ακόμα και σε ένα κορπορατικό καπιταλιστικό σύστημα, εάν υπήρχαν επαρκείς δυνάμεις για να στηρίξουν μία παραδοσιακή κεϋνσιανή λύση. Αλλά το σημαντικό είναι – και αυτή είναι η καρδιά του προβλήματος – πως η αιτία της ανυπαρξίας τέτοιας προοπτικής, βρίσκεται στο μαρασμό της αμερικάνικης προοδευτικής και φιλελεύθερης πολιτικής, αποτέλεσμα κυρίως της κατάστασης στην οποία βρίσκεται το εργατικό κίνημα. Το εργατικό κίνημα δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Η συμμετοχή (σ.τ.μ.: στα σωματεία) έφτασε μετά το πόλεμο στο 34-35%, ενώ σήμερα έχει πέσει στο 11% ή και στο 6%.  Και ο μυς (σ.τ.μ. η δύναμη) που κρύβεται στον παραδοσιακό τρόπο εξισορρόπησης του κορπορατικού καπιταλιστικού συστήματος με κεϋνσιανές λύσεις και κοινωνικά προγράμματα – η «μυώδης» εργατική δύναμη (στην Σουηδία το ποσοστό των συνδικαλισμένων εργαζομένων ανερχόταν στο 85%) – φθίνει συνεχώς. Αυτή λοιπόν είναι μια εικόνα μαρασμού, από την οποία δεν διαφαίνεται εύκολη διέξοδος. Και από την άλλη υπάρχει και η εξής ιδιομορφία: η ύπαρξη των πυρηνικών όπλων αποτρέπει το ξέσπασμα ενός πολέμου του είδους της βιομηχανικής κλίμακας όπως ήταν ο Πρώτος και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Μπορούμε να έχουμε μικρούς, φριχτούς πολέμους, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να έχουν το οικονομικό αποτέλεσμα που είχαν οι προηγούμενοι. Διαβάστε τη συνέχεια »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.